Πριν ακόμα πάρουμε το δρόμο για τη Κοπεγχάγη, ήταν, φυσικά, σε όλους γνωστό ότι εκτός από τον καπιταλισμό υπήρχε και η μοναξιά - και υπάρχει ΑΚΟΜΑ... Ερώτημα: Είναι, άραγε, σε όλους γνωστό ότι εκτός από τις ΑΠΕ, την εξοικονόμηση ενέργειας, τις εναλλακτικές καλλιέργειες, τα νέα αντί των παλαιών κλιματιστικών, την αειφόρο ανάπτυξη & διαχείριση, που για όλα αυτά ενδιαφέρεται η αγορά, υπάρχει και ο υπερπληθυσμός; (που γι αυτόν ΔΕΝ ενδιαφέρεται η αγορά… ΑΚΟΜΑ) Ο vatraxosvrastos δεν έχει αρχισυντάκτη, διευθυντή κλπ - τέτοια μεγαλεία. Το κύριο άρθρο δεν το γράφει πάντα το ίδιο πρόσωπο. Ο αρθρογράφος είναι σχετικός με το θέμα. Για το 1ο άρθρο προτιμήσαμε έναν παραμυθά. Για την κλιματική κρίση χρειαζόμαστε ΑΜΕΣΕΣ λύσεις αλλά και παρηγοριά (=παραμυθία) στο… μεταξύ. Ας ακούσουμε τι έχει να μας πει. Το μεγάλο παλιό ξύλινο σπίτι και οι τερμίτες
Μια φορά κι ένα καιρό, στα χρόνια που ακόμη η εξοχή ήταν ήρεμη, είχε φυτρώσει, συγνώμη, είχε κτιστεί ένα μεγάλο ξύλινο σπίτι. Πέρασε αρκετός καιρός από τότε. Τώρα πια το σπίτι ήταν γέρικο. Οι πόρτες έτριζαν, τα παράθυρα δεν έκλειναν καλά, τα πατώματα έχασκαν που και που… Καταλαβαίνετε, είχε αρχίσει να έχει όλα λίγο-πολύ τα κουσούρια που έχει ένα μεγάλο παλιό ξύλινο σπίτι. Τα προβλήματα δεν σταματούσαν μόνο εκεί - στην αντοχή των υλικών. Συνεχίζονταν κι από την αντοχή των… τερμιτών. Α, γιατί δεν σας είπα. Με τα χρόνια που πέρασαν, εκατομμύυυυυυυυυρια τερμίτες είχαν κάνει φωλιά τους το μεγάλο παλιό ξύλινο σπίτι. Τους συναντούσες παντού. Κι έκαναν και τη δουλειά τους παντού - και την έκαναν καλά. Ποια είναι, αλήθεια, η δουλειά του τερμίτη; Όποια και όλων των άλλων πλασμάτων στην ήρεμη εξοχή. Να περνάνε καλά κι αυτοί καλύτερα, δηλαδή οι… ίδιοι. Να φροντίζουν για τη διαιώνιση του είδους. Να μαθαίνουν στα μικρά τερμιτάκια να είναι ίδια με τους μεγάλους. Να εξασφαλίζουν καθημερινά την τροφή τους. Και, φυσικά, όσο άκομψο κι αν ακούγεται σ’ ένα παραμύθι, να κάνουν τα κακά τους όπου βρουν. Αλλά που βρίσκει την τροφή του ο τερμίτης σ’ ένα μεγάλο ξύλινο σπίτι; Μα στο ξύλο… Απ’ αυτό είναι φτιαγμένες οι πόρτες, τα παράθυρα, τα πατώματα, οι τοίχοι - κοντολογίς τα περισσότερα μέρη του σπιτιού. Τα τριξίματα, λοιπόν, μεγάλωναν, το ίδιο και οι χαραμάδες, όλα τα μέρη του σπιτιού άρχισαν να ξεχαρβαλώνονται επικίνδυνα. Μαζί μ’ αυτά - ήταν επόμενο, χαλούσαν όλο και συχνότερα τα υδραυλικά, τα ηλεκτρικά, το τζάκι… Εδώ που τα λέμε, οι διαχειριστές αν και μένανε κι αυτοί στο σπίτι δεν είχαν δώσει στα προβλήματα τη σημασία που χρειαζότανε. Τον περισσότερο καιρό κάνανε βόλτες στο δάσος, βγάζανε λόγους στα ζώα, οι χωρικοί της περιοχής τους κάνανε πεσκέσια, γενικά την περνάγανε κοτσάνι -που λένε… Είχαν «παραμελήσει τα καθήκοντά τους», θα ήταν η νομική διατύπωση. Και να πεις πως δεν ήξεραν. Τους το ‘χαν πει κάτι φίλοι τους που τους είχαν επισκεφτεί αρκετές φορές. Τους το είχε επισημάνει η εταιρία απολύμανσης. Κι ένας μηχανικός που φιλοξένησαν επειδή χάλασε το αυτοκίνητό του. Τελικά, ένας από δαύτους, τους διαχειριστές ντε, έπεσε σε μια τρύπα του πατώματος όταν υποχώρησαν οι σανίδες και έσπασε το πόδι του. Ως εκεί! Η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο. Έτσι αποφάσισαν επιτέλους ότι κάτι πρέπει να γίνει…
Η μεγάλη απόφαση Τι σκέφτηκαν λοιπόν; Μα… να το επισκευάσουν. Φώναξαν κάποιον ειδικό που τους σύστησε ο εργολάβος, ο ίδιος που τους είχε φτιάξει το σπίτι. Αυτός που είχε φροντίσει για τη θέρμανση το χειμώνα και τη δροσιά το καλοκαίρι, χωρίς να έχει νοιαστεί βέβαια το ίδιο για τη μόνωση. Αυτός που τους είχε συστήσει τα μηχανήματα για την πισίνα και το χλώριο, τα ψυγεία για τη συντήρηση στο υπόγειο, αυτός που τους είχε στείλει στον ξάδερφό του για τα ραδιόφωνα, τα πικάπ, τα ηχεία. Α, στην εξοχή ήταν, να μην πέρναγαν καλά; Για την ακρίβεια, ο ειδικός δεν ήταν ο ίδιος ο εργολάβος αλλά ο γιος του. Αυτός δεν ασχολιόταν πια, όπως ο πατέρας του με οικοδομές και κατασκευές, τόση φασαρία και βρωμιά που είχανε. Έκανε μελέτες και έρευνες. Μελετούσε και ερευνούσε γιατί είχαν χαλάσει γρηγορότερα από όσο υπολογιζόταν τα σπίτια που είχε χτίσει ο πατέρας του. Πελατεία είχε εξασφαλισμένη. Ήταν οι πελάτες του πατέρα του. Για την ακρίβεια τα παιδιά τους. Αλλά για ένα παράξενο λόγο οι περισσότεροι και από τους πελάτες και από τους εργολάβους είχαν ξεχάσει ποιος και τι έφταιγε. Πολύ περισσότερο τα παιδιά τους. Αλλά όπως είχαν οι γονείς χρήματα να φτιάξουν σπίτι έτσι είχαν και τα παιδιά να πληρώνουν μελέτες. Τέλος πάντων… Ο ειδικός, που λέτε, ήρθε και μια και δυο και τρεις φορές. Οι συνεργάτες του μέτρησαν και ξαναμέτρησαν, υπολόγισαν και ξαναϋπολόγισαν και έκαναν προτάσεις. Τόσα για την αλλαγή των υδραυλικών, τόσα για τα νέα συστήματα θέρμανσης - «θα έχετε και εξοικονόμηση» τόνισε με προσωπική υπερηφάνεια ένας ανθυπο-υπεύθυνος (όχι ανευθυνο-υπεύθυνος). Τόσα για κείνο, τόσα για τ’ άλλο. Θα το κάνανε καινούργιο. Σχεδόν δεν έμεινε μέρος για μέρος του σπιτιού και σύστημα για σύστημα για το οποίο δεν έκαναν προτάσεις για βελτιώσεις, για αλλαγές, για αντικαταστάσεις. Οι διαχειριστές πήραν τις μελέτες να τις μελετήσουν. Ο καιρός περνούσε. Αυτή εξάλλου είναι η δυολειά του. Και οι τερμίτες, όμως, κάναν τη δουλειά τους. Τρώγαν το σπίτι. Οι διαχειριστές μελετούσαν τις μελέτες αλλά το σπίτι όλο και χειροτέρευε. Το μήνυσαν στον μελετητή. Κι αυτός τους είπε πως είχε κάνει ότι πέρναγε από το χέρι του. Προτάσεις για αλλαγές σε ότι είχε φτιάξει ο πατέρας του - και είχε καλοπληρωθεί (αυτό δεν τόπε). Το τζάκι, τη θέρμανση, τα υδραυλικά, τα ηλεκτρικά. «Φυσικά, δεν είχε κάτσει να υπολογίσει κάτι με το οποίο ο πατέρας του δεν είναι καμία σχέση. Τους τερμίτες». Και που για τη ζημιά, πώς να το κάνουμε, αυτοί είναι υπεύθυνοι. Οι διαχειριστές του παρατήρησαν - και με αυστηρότητα είναι αλήθεια, πως κάτι έπρεπε να κάνει και γι αυτό. Οι τερμίτες, όμως, ήταν εδώ από πιο πριν Οι τερμίτες, βέβαια, ζούσαν εδώ και χιλιάδες χρόνια στην ήρεμη εξοχή. Οι διαχειριστές είχαν εμφανιστεί πολύ αργότερα. Κι από την ήρεμη εξοχή είχαν μαζευτεί οι τερμίτες - όχι οι διαχειριστές. Και χρόνια τώρα συμβίωναν μέσα στο σπίτι τερμίτες και διαχειριστές. Τα παιδιά των διαχειριστών μάλιστα έκαναν χάζι μ’ αυτούς. Άλλοτε τους μπλοκάριζαν το δρόμο εκεί που πήγαινε ο ένας πίσω από τον άλλο πάνω στον ξύλινο τοίχο. Άλλοτε τους έβαζαν μια σταγόνα μέλι και τους παρατηρούσαν πως πέφταν όλοι μαζί να το φαν. Κι άλλοτε, έ παιδιά ήταν, έκαναν και τις αταξίες τους, τους έβαζαν οινόπνευμα και τους έκαιγαν. Με τούτα και με κείνα όμως, η κατάσταση είχε φτάσει στο αμήν. Ο μελετητής δεν μπορούσε να κάνει τίποτε παρόλο που στο μεταξύ είχε προσληφθεί και πληρωνόταν με το μήνα. Οι τερμίτες το χαβά τους. Αυξάνονταν και πληθύνονταν και κατακυριεύανε το μεγάλο παλιό ξύλινο σπίτι. Οι διαχειριστές κατάλαβαν πως ο αυτός ο μελετητής δεν μπορούσε να βρει λύση. Φώναξαν λοιπόν τους μεγαλύτερους ειδικούς. Κι αυτοί με τη σειρά τους, τους μεγαλύτερους μελετητές. Και τους μεγάλους εργολάβους. Και είπαν, «εφόσον δεν πάει άλλο πια» να μαζευτούν σε ένα μέρος να τα πουν. Να δούνε τι θα κάνουν. Στην ημερήσια διάταξη, όμως, κανείς δεν τολμούσε να βάλει το καυτό θέμα «με τους τερμίτες τι θα γίνει;». Γιατί κάτι έπρεπε να γίνει. Αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά ακόμα δεν είχε ωριμάσει η κατάσταση για εμπορικές λύσεις πώς να… λιγοστεύουν οι τερμίτες. Αντίθετα, υπήρχαν ένα σωρό επιστημονικο-εμπορικές λύσεις πώς να γεννάνε όσοι από τους τερμίτες ή τις τερμίτισσες είχαν πρόβλημα: Υαλοποίηση, προεμφυτευτική γενετική διάγνωση, τεχνική array-CGH - τέτοια προχωρημένά που λύνουν ένα σωρό «προβλήματα» που για τη σοφή Φύση είναι δικλείδες ασφαλείας). Αλλά αυτές δεν ήταν για να προβάλλονται. Τόσους τερμίτες έχουμε, μπελάδες γυρεύουμε;
Σε τελευταία ανάλυση, οι τερμίτες είναι οι ιδιοκτήτες
Όπως είπαμε, οι τερμίτες ήταν στην εξοχή πολύ πιο πριν από τους κάθε λογής διαχειριστές, εργολάβους και μελετητές. Σε τελευταία ανάλυση, οι τερμίτες ήταν οι ιδιοκτήτες. Αλλά είχαν ξεμείνει από τίτλους ιδιοκτησίας. Τους έτρωγαν, σιγά-σιγά είναι η αλήθεια, κάθε που πείναγαν και τώρα δεν είχε απομείνει σχεδόν τίποτα. Από τους τίτλους εννοώ. Αντίθετα, οι τερμίτες πλήθαιναν. Και έκαναν πάντα τη δουλειά τους. Να φροντίζουν για τη διαιώνιση του είδους. Να μαθαίνουν στα μικρά τερμιτάκια να είναι ίδια με τους μεγάλους και να εξασφαλίζουν καθημερινά την τροφή τους. Και, φυσικά, να κάνουν τα κακά τους όπου βρουν. Γι αυτό και κάτι έπρεπε να γίνει με τους τερμίτες. Που γίνονταν όλο και περισσότεροι. Αυτοί είναι το αληθινό πρόβλημα του σπιτιού αλλά εφόσον ήταν από πάντα οι κάτοικοι της εξοχής και ότι φτιάχνεται σ’ αυτήν τους ανήκει πρέπει τουλάχιστον να μπούνε στην ατζέντα, στην ημερήσια διάταξη. Γιατί αν από αυτούς προέρχεται το πρόβλημα επειδή είναι πολλοί και οι εργολάβοι και οι βιομήχανοι μελιού έχουν μερίδιο ευθύνης γιατί τους δίνουν - πάντα με το αζημίωτο, τόσο πολύ μέλι και τόσα είδη μέλι που οι τερμίτες ζαλιστήκανε, παχύνανε και αρρωστήσανε. Για την ακρίβεια, οι μισοί τερμίτες. Οι άλλοι μισοί, ζαλιστήκανε, αδυνατίσανε και αρρωστήσανε - πάντα βέβαια με την υποστήριξη των εργολάβων. Το πρόβλημα, έτσι κι αλλιώς, δημιουργήθηκε - ανεξάρτητα ποιος είναι υπεύθυνος. Τη λύση πρέπει να την βρούνε όλοι μαζί. Διαχειριστές, εργολάβοι, μελετητές και… τερμίτες. Όλοι πρέπει να αποτελέσουν μέρος μιας ΝΕΑΣ λύσης. Γιατί διαφορετικά, θα αποτελέσουν όλοι μέρος του ΓΝΩΣΤΟΥ προβλήματος. Του ΔΙΚΟΥ τους ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ. Και τότε…
Μια ησυχία πρωτόγνωρη θα απλωθεί στην ήρεμη εξοχή
Διότι όταν καταρρεύσει το παλιό μεγάλο ξύλινο σπίτι η ήρεμη εξοχή θα γίνει ηρεμότερη - και πόσο το έχει ανάγκη να μείνει μόνη μη τα ρωτάτε. Και μια ησυχία πρωτόγνωρη θα απλωθεί ολόγυρα. Κάτι λίγοι τερμίτες θα ξεμυτίζουν παραζαλισμένοι αλλά κι αυτοί αλλού θα πατούν κι αλλού θα βρίσκονται… Εδώ το παραμύθι φτάνει στο τέλος του, να ‘μαστε εμείς καλά (αλήθεια, εμείς ποιοι είμαστε;) κι αυτοί καλύτερα (αλήθεια, αυτοί οι άλλοι ποιοι είμαστε;). Γιατί είχα πάντα μια απορία: Οι άνθρωποι, συγνώμη, οι τερμίτες ήθελα να πω, χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: Σε μας και τους άλλους. Όλοι εμείς είμαστε πάνω σ’ αυτή τη γη για να βοηθάμε τους άλλους. Αυτό που δεν κατάλαβα ακόμα, είναι γιατί βρίσκονται οι… άλλοι εδώ πέρα; Α, και για πόσο καιρό ΑΚΟΜΑ… Παραμυθο-υστερόγραφο: Α, τι θυμήθηκα μ’ αυτό το τέλος; Μια ιστορία με διαχειριστές, εργολάβους, μελετητές και κάτι άλλους, ά… και κάτι λίγους τερμίτες που μεταναστεύουν στο διάστημα. Εκεί να δείτε σασπένς. Αλλά, αυτό… είναι μια άλλη ιστορία. Ανδρέας Ανδρεόπουλος, Παραμυθάς του Μέλλοντος Αυτοί που με λιθοβόλησαν δε ζούνε πια. Με τα οστά τους έχτισα μια κρήνη (Γιάννης Ρίτσος) |